Πριν μπεις σχεδόν
ακόμα στη ζωή μου, χάθηκες.
Μετά τα: χάρηκα και θα τα ξαναπούμε
δε συναντηθήκαμε ποτέ μας πια.
Τι χάθηκες,
Μάλλον θα ‘λεγα εξατμίστηκες
σα στάλα από νερό
κάτω από τον αδυσώπητο
φρενήρη ήλιο του Ιουλίου.
Πώς γίνονται έτσι, Θε μου, όλ’ αυτά;
Να ‘χει ήδη ξεκινήσει μία θύελλα
να θρασομανάει μια πυρκαγιά
κοντά τόσο κοντά
μια φρενιασμένη θάλασσα ν’ αφρίζει
στα πόδια σου μπροστά
κι από τη μια στιγμή στην άλλη
ψάχνεις
σπίθες που σβήνουν μες στη στάχτη μοναχά
μια ανάσα ανέμου
μόλις που σ’ εγγίζει από μακριά
ένα κουρασμένο κύμα που πεθαίνει
φτάνοντας,
σαν από τόσα χρόνια πριν
σαν από τόση απόσταση απροσμέτρητη
σε κάποια μυθική σχεδόν ακρογιαλιά.
Σταύρος Βαβούρης
Από την ποιητική συλλογή «Στον αστερισμό των εγκλίσεων των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»,» , Εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο Σταύρος Βαβούρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Την περίοδο 1946 -1952 σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρά μιας εκ γενετής του αναπηρίας, υπήρξε εξαιρετικά δραστήριος και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος. Πρώτες του δημοσιεύσεις ήταν τα ποιήματα «Σοφίας κρίματα» στο περιοδικό «Ξεκίνημα» της Θεσσαλονίκης (Ιούνιος 1944, τεύχος 6-7), και «Χίμαιρα» στο περιοδικό «Νεανική φωνή».
Στα πρώτα ποιήματά του ακολουθεί την τεχνική του Κωνσταντίνου Καβάφη. Ποιητής του πάθους, που δοκιμάζεται στα όρια της οδύνης, μιλάει σωματικά για τον έρωτα, συγκρατημένα και κομψά, χωρίς να κάνει δηλώσεις για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Μόνο στα ποιήματα της τελευταίας εικοσαετίας και μετά την έξοδό του από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αναφέρεται ανοιχτά στην ομοφυλοφιλία του.
Το 1986 του απονεμήθηκε το 2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα». Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ολλανδικά, πολωνικά, βουλγαρικά.
Πέθανε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2008.