Δὲν ξέρω, μὰ δὲν ἔμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ὁ ἥλιος χύθηκε μέσα μου ἀπὸ χίλιες πληγές.
Καὶ τούτη τὴ λευκότητα ποὺ σὲ περιβάλλω
δὲ θὰ τὴν βρεῖς οὔτε στὶς Ἄλπεις, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἀγέρας
στριφογυρνᾶ ὣς ἐκεῖ ψηλὰ καὶ τὸ χιόνι λερώνεται.
Καὶ στὸ λευκὸ τριαντάφυλλο βρίσκεις μιὰ ἰδέα σκόνης.
Τὸ τέλειο θαῦμα θὰ τὸ βρεῖς μοναχὰ μὲς στὸν ἄνθρωπο:
λευκὲς ἐκτάσεις ποὺ ἀκτινοβολοῦν ἀληθινὰ
στὸ σύμπαν καὶ ὑπερέχουν. Τὸ πιὸ καθαρὸ
πρᾶγμα λοιπὸν τῆς δημιουργίας δὲν εἶναι τὸ λυκόφως,
οὔτε ὁ οὐρανὸς ποὺ καθρεφτίζεται μὲς στὸ ποτάμι, οὔτε
ὁ ἥλιος πάνω στῆς μηλιᾶς τ’ ἄνθη. Εἶναι ἡ ἀγάπη.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Από την ποιητική συλλογή «Η ΕΚΛΟΓΗ ΜΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1933-1991», Εκδ. ΠΟΤΑΜΟΣ, 2008Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε την 1 Ιανουαρίου 1912 στις Κροκεές της Λακωνίας. Ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας Παντελεάκη.
Το Νοέμβριο του 1929, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, με σκοπό να ξεκινήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές - μάταια λόγω οικονομικών δυσχερειών. Έτσι, προσλήφθηκε ως υπάλληλος αρχικά σε εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης και στη συνέχεια, μέχρι το 1932, έκανε διάφορες περιστασιακές κυρίως χειρωνακτικές εργασίες. Το Δεκέμβριο του 1929, εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Κάτω Από Σκιές Και Φώτα». Το 1933, εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του, «Κατεβαίνοντας Στη Σιγή Των Αιώνων». Οι ποιητικές συλλογές του κέντρισαν το ενδιαφέρον του λογοτεχνικού κόσμου – και ιδιαίτερα του Κωστή Παλαμά, ο οποίος ζήτησε να τον γνωρίσει.
Ακολούθως, το 1934, εργάστηκε ως ημερομίσθιος γραφέας στις Γενικές Αποθήκες Στρατού στον Πειραιά. Εκεί γνωρίστηκε με τη φοιτήτρια της φιλολογίας Καλλιόπη Αποστολίδη, με την οποία παντρεύτηκαν στις 20 Αυγούστου. Κατόπιν, το 1935, δούλεψε στα Μεταξουργεία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα, το 1936, ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Την ίδια χρονιά, γεννήθηκε η κόρη του Τζένη (Ευγενία Παπαδημητρίου). Το βιβλίο του «Ο Πόλεμος», που είχε κυκλοφορήσει τον προηγούμενο χρόνο, οδηγήθηκε στην πυρά από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.
Οι ημερολογιακές σημειώσεις του κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στον οποίο συμμετείχε, εκείνη την περίοδο, αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του, το «Αγρίμι».
Από το 1947 εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, γράφοντας κατά κύριο λόγο για πνευματικά ζητήματα. Το 1948 γνωρίστηκε με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίον υπήρξαν φίλοι μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1949, ο Βρεττάκος εξέδωσε το λυρικό δοκίμιο «Δυο Άνθρωποι Μιλούν Για Την Ειρήνη Του Κόσμου». Εξαιτίας της συγγραφής του αυτής, διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε. και απομακρύνθηκε, γενικότερα, από το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα όπου ήταν και διευθυντής.
Προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας και ανακηρύχτηκε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Γιώργο Βαλέτα το 1984, όπως επίσης επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά κ.ά.
Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Ουράνη και δώδεκα χρόνια αργότερα ανακηρύχθηκε μέλος της. Επίσης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1991 επισκέφθηκε την Πλούμιτσα με την οικογένειά του. Εκεί έμελλε να αφήσει και την τελευταία του πνοή. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 4 Αυγούστου 1991 και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, δημοσία δαπάνη.
Το 2010, τα οστά του ενταφιάστηκαν στη Πλούμιτσα.