Η Ειρήνη Ζήκα με αφορμή την παράσταση "Το σώμα που άφησα πίσω μου" μας μίλησε για τις σκηνοθετικές προκλήσεις που αντιμετώπισε, το μήνυμα που επιδιώκει να περάσει στους θεατές, τα βαρύδια της ζωής, το ανθρώπινο σώμα στην τέχνη και για πολλά άλλα...
Το θεατρικό έργο “Το σώμα που άφησα πίσω” αποτελεί προσωπική σας σύλληψη. Από που εμπνευστήκατε τη συγκεκριμένη παράσταση;

Γεννήθηκε μάλλον από μια αγωνία: εάν και σε ποιο βαθμό ζω και βιώνω το σώμα μου ελεύθερα όπως επιθυμώ και εάν συνειδητά ή ασυνείδητα έχω μάθει με τα χρόνια να το καταπιέζω. Πάνω – κάτω αυτό ήταν το ερώτημα, με ταλαιπωρούσε και με ταλαιπωρεί, φαντάζομαι δεν είμαι η μόνη. Τώρα αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «έμπνευση» αυτή μάλλον ήρθε σε μια κοινότυπη στιγμή μέσα στο μετρό που πιάνεις τον χρόνο να μεγεθύνεται, να πυκνώνει. Είχα κολλήσει το βλέμμα μου πάνω σε μια κοπέλα, στα μάτια μου έμοιαζε να έχει “ξεχαστεί” κάπου να μην βρίσκεται εκεί μέσα στο σώμα της. Συμβαίνει ίσως σε όλους μας χίλιες-δυο φορές την ημέρα να μεταφερόμαστε σε κάποια στιγμή, μια ανάμνηση, μια πληγή, έναν έρωτα κι αρκεί ένα τσακ να χαθούμε σε έναν χωρο-χρόνο που γεννιέται ξανά μέσα στο κεφάλι μας. Άραγε αυτό γιατί συμβαίνει, γιατί επιστρέφουμε σε όσα έχουν γίνει προσπαθώντας να βγάλουμε άκρη με το τώρα;
Ποιες υπήρξαν οι σκηνοθετικές προκλήσεις τις οποίες κληθήκατε να ξεπεράσετε;
Η βασική δυσκολία κατά τη διάρκεια των προβών και της προετοιμασίας μας ήταν να ξεκαθαρίσουμε τι θέλουμε να πούμε, ποια θα είναι η ιστορία αυτής της παράστασης, το κείμενο της. Σε εκείνο το στάδιο δουλέψαμε με διάφορους τρόπους: πραγματοποιήσαμε συνεντεύξεις, γράψαμε κείμενα, πλάσαμε κείμενα μέσα από αυτοσχεδιασμούς και θεματικές που μας ενδιέφερε να εξερευνήσουμε, και αφήσαμε στην άκρη πολύ πολύ πολύ υλικό που ίσως γίνει κάποτε μια άλλη παράσταση. Αυτό το πρώτο στάδιο κράτησε περίπου 3 μήνες. Μετά είχαμε το κείμενο και τα πράγματα κύλησαν κάπως φυσικά καθώς συνδεόμασταν ήδη με το υλικό μας, από την γέννησή του, για την ακρίβεια εμείς δημιουργήσαμε την παράσταση από το Α έως το Ω και αυτή ήταν μια σπουδαία εμπειρία. Δουλέψαμε σωματικά ό,τι κι αν σημαίνει αυτό και καταφέραμε να μιλήσουμε με μια κοινή γλώσσα. Έπειτα, η σύνθεση της παράστασης, να φτιαχτεί δηλαδή μια παρτιτούρα δράσεων και προθέσεων, εντάσεων και προκλήσεων για το κοινό χρειαζόταν πολλές δοκιμές όπως όταν φτιάχνεις ένα μουσικό κομμάτι, δοκιμάζεις απ’ την αρχή και πάλι απ’ την αρχή ώσπου να καταλήξεις σε μια ισορροπημένη δοσολογία στα υλικά σου, θεωρώ πώς είναι το πιο απαιτητικό σημείο.
Τι είναι αυτό που θέλετε να περάσετε στον/στην θεατή/θεάτρια;
Η παράσταση και όσα συμβαίνουν μέσα της επιχειρούν περισσότερο να τσιγκλήσουν τους θεατές. Κακά τα ψέματα, ο κάθε θεατής έρχεται στο θέατρο με την δική του ξεχωριστή πρόθεση, διάθεση και προσδοκία, εμείς αυτό που επιθυμούμε είναι να διαθέσουμε τους εαυτούς μας, τα πάθη μας, τις ελλείψεις μας, τις πληγές μας, όλα όσα μας βαραίνουν και δεν αντέχουμε να τα κουβαλάμε άλλο και να αναπαραστήσουμε σκηνές που λειτουργούν σαν παραβολές και ίσως ενεργοποιήσουν ίσως και όχι το εσωτερικό, προσωπικό “σκανάρισμα” των ανθρώπων που μας βλέπουν. Ακόμα, η παράσταση στρέφει την προσοχή της στην αξία του άλλου και σε μια κοινωνία με τον άλλο, με τους άλλους ανθρώπους. Αυτό το γνωστό του Σαρτρ και του υπαρξισμού «η κόλαση είναι οι άλλοι» εμείς επιθυμούμε να το αντιστρέψουμε ως «ο άλλος είναι ο παράδεισος και η μόνη σανίδα σωτηρίας» αφού μόνο μέσα από τον άλλον αντιλαμβάνομαι αυτό που λέμε ύπαρξη. Όταν αυτή η τελευταία συνειδητοποίηση γίνεται κοινό βίωμα θεατών και ηθοποιών στο τέλος της παράστασης συμβαίνει κάτι μαγικό, και λειτουργεί διπλά αφού και η ίδια η παράσταση υπάρχει και γεννήθηκε επειδή υπάρχουν οι θεατές της.
Η παράσταση είναι αφιερωμένη “σε όλα αυτά που μας βαραίνουν και χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας για να καταφέρουμε να ζήσουμε όπως θέλουμε. Ποια είναι αυτά που μας βαραίνουν;
Με απλά λόγια είναι όλα όσα δεν είμαστε “εμείς” και όσα έχουμε ενσωματώσει στον χαρακτήρα και την ζωή μας σε μια προσπάθεια να επιβιώσουμε και να τα βγάλουμε πέρα. Μπορεί να είναι στοιχεία που μας τα “φόρεσαν” από την νηπιακή ζωή μας ή μπορεί να ήρθαν αργότερα, μπορεί να είναι πράγματα που δεν έχουμε αποδεχθεί για τον εαυτό μας ή ακόμα χειρότερα που τρέμουμε να αποδεχθούμε γιατί ίσως δυσαρεστήσουμε τους γύρω μας κι έτσι θυσιάζουμε την ζωή μας και την ύπαρξή μας για ποιον; Είναι πολλά τα παραμύθια που καταπίνουμε το ένα μετά το άλλο από όταν είμαστε μικρά παιδιά και μας εμποδίζουν να ζήσουμε ελεύθερα, μας καθιστούν ανήμπορους να συνδεθούμε με τους άλλους, μας αρρωσταίνουν. Χρειάζεται να τα εντοπίσουμε και να τα ξορκίσουμε; Ναι! Κι αν όχι τώρα τότε πότε;
Πόσο εύκολο είναι να ζήσουμε όπως θέλουμε; Mε ποιο τρόπο μπορούμε να το επιτύχουμε;
Κατ’ αρχάς έχω αρχίσει εδώ και κάποιο καιρό να εγκαταλείπω την ιδέα πως υπάρχει κάτι εύκολο σ’ αυτήν τη ζωή. Τα ‘χει πει και η Βίσση “η ζωή είναι δυστυχία δυστυχία δυστυχία και κάποιες στιγμές ευτυχίας”. Δύσκολο είναι πολύ δύσκολο και θέλει γερά νεύρα και άντερα που λέμε, είναι ένας καθημερινός αγώνας χωρίς τέλος. Δεν σημαίνει ότι επειδή τον κέρδισα την μια μέρα θα τον κερδίσω και την επόμενη. Ακόμα, πολλές φορές νομίζουμε πράγματα για σημαντικά κι έρχεται κάτι να μας ταρακουνήσει σαν να μην υπάρχει αύριο και να μας κάνει να αναθεωρήσουμε για κάποιο διάστημα. Το πρόβλημα είναι πως ξεχνάμε εύκολα και ένα μεγάλο εμπόδιο στις μέρες μας είναι η παντελής έλλειψη χρόνου με και για τον εαυτό μας πού θα μας επιτρέψει να αντιληφθούμε πως θέλουμε να ζούμε. Ποιοι θέλουμε να είμαστε. Όλη η ζωή νομίζω είναι η ίδια η εξερεύνησή της αλλά και η εξερεύνηση του εαυτού μας μέσα σε αυτήν κάτι που δεν σταματάει ποτέ, όμως δυστυχώς είμαστε μονίμως απασχολημένοι με κάθε τι πέρα από αυτήν την εξερεύνηση. Δεν είναι ακόμα τυχαίο ότι αυτό – καθοριζόμαστε, πλέον, σχεδόν σε ολοκληρωτικό βαθμό, από την εργασία μας και από το πόσο παραγωγικοί είμαστε με κάθε κόστος. Κάποτε δεν ήταν έτσι, υπήρχε περισσότερος χρόνος και υπήρχαν κι άλλα πράγματα στη ζωή πέρα από την επαγγελματική καταξίωση και το κυνήγι του χρήματος. Προσωπικά με τρομάζει και κυρίως το γεγονός ότι είναι πλέον “κανονικό”.
Ο Γερμανός συγγραφές Έρμαν Έσσε έχει πει “Σαν σώμα ο καθένας είναι μόνος, σαν ψυχή ποτέ. Ποια η γνώμη σας;
Πού τελειώνει το σώμα και πού αρχίζει η ψυχή; Η ψυχή τελικά είναι όσα δεν βλέπουμε με τα μάτια μας; Γιατί υπάρχει ο διαχωρισμός αυτός; Μας συμφέρει; Το σώμα συνδέεται επειδή επικοινωνεί η ψυχή ή μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο; Πραγματικά δεν γνωρίζω, η ιδέα όμως της ύπαρξης ως ολότητας “μέσα – έξω” μου βγάζει περισσότερο νόημα. Ίσως η ίδια η αντίληψη αυτής της διάκρισης μας κάνει λίγο πιο μόνους, λίγο πιο ανήμπορους να συνδεθούμε με τους άλλους.
Σε όλες τις τέχνες το ανθρώπινο σώμα αποτελεί πηγή έμπνευσης ;Aραγε μπορεί η τέχνη να μας κάνει να συμφιλιωθούμε με το σώμα μας;
Σίγουρα η τέχνη μπορεί να ενεργοποιήσει κάποιες εσωτερικές εξερευνήσεις, να μας ταρακουνήσει και να μας κάνει να αμφιβάλουμε για τα προσωπικά και τα συλλογικά αφηγήματα που λαμβάνουμε από τον έξω κόσμο. Αν η ανάγκη μας είναι να συμφιλιωθούμε με το σώμα μας τότε ό,τι προσλαμβάνουμε σαν ερέθισμα, σαν βίωμα μπορεί να λειτουργήσει βοηθητικά, το θέμα είναι κάθε φορά πού θέλουμε να πάμε. Πιστεύω τότε μας “αγγίζει” ένα έργο τέχνης, όταν κατά τύχη ή και όχι ακουμπήσει στα ερωτήματα που θέτουμε κάθε φορά στον εαυτό μας, στη ζωή, στη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους.
Ποια τα σχέδιά σας για το μέλλον;
Περισσότερο μοιάζουν με πόθους παρά με σχέδια. Με την ομάδα ΓΚΑΝΜΠΑΤΕ θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε και να διευρύνουμε τις αναζητήσεις μας με 2 νέες παραστάσεις. Προγραμματίζονται για τη νέα σεζόν: ένα έργο για την εφηβεία και τα φαντάσματά της και μια ολοσκότεινη κωμωδία για τον Σατανά. Θέλω, τέλος, να δουλεύω και να υπάρχω με πιο ανθρώπινους και υγιείς ρυθμούς, να προλαβαίνω να παρατηρώ περισσότερο τη ζωή και να απολαμβάνω περισσότερες στιγμές ησυχίας. Fingers crossed!!