Τον κ. Μιζάν τον συνάντησα στο σπίτι του. Εκεί, με περίμενε κρατώντας ένα φάκελο γεμάτο από αποκόμματα εφημερίδων και φωτογραφίες. Όλα μνήμες καταγεγραμμένες στο μυαλό και στην ψυχή του, που δεν προσπάθησε ούτε λεπτό να ξεχάσει. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε είναι ιδιαίτερα ψυχοφθόρο για αυτόν όταν εξιστορεί τη φρίκη που έζησε στο στρατόπεδο του Άουσβιτς, αλλά όπως μου δήλωσε χαρακτηριστικά δεν θα σταματήσει να το κάνει, γιατί όλοι πρέπει να μάθουν...
Ο Ισαάκ Μιζάν συνελήφθη στις 24 Μαρτίου του 1944, στην πόλη της Άρτας μαζί με όλη του την οικογένεια και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Ήταν μόλις 16 χρόνων.
Πώς ακριβώς σας συνέλαβαν;
Ήταν 24 Μαρτίου όταν ήλθε ένας χωροφύλακας με έναν Γερμανό και μας διέταξαν να πάρουμε ότι πρόχειρο είχαμε και τα υπόλοιπα μας είπαν πως θα μας τα έστελναν στο στρατόπεδο που μας πήγαιναν για να δουλέψουμε. Πήραν και τους 400 Εβραίους της Άρτας, μωρά, εγκύους, γερόντους, δεν άφησαν κανέναν.
Μας έκλεισαν σε μία κινηματογραφική αίθουσα το βράδυ. Ξημέρωνε Σάββατο 25η Μαρτίου. Είχαμε πάρει ότι τρόφιμα είχαμε στο σπίτι. Κουβέρτες και τέτοια δεν θυμάμαι να είχαμε πάρει. Οι μικροί κοιμηθήκαμε στο πάτωμα. Οι μεγάλοι δε νομίζω ότι κοιμήθηκαν. Την επομένη ημέρα ήλθαν πολλοί Αρτινοί άλλοι από περιέργεια, άλλοι από αγάπη. Εμάς μας είχαν φρουρούς Γερμανούς και χωροφύλακες για αν μη βγούμε έξω, αν και εγώ βγήκα έξω. Ήλθαν κάτι συμμαθητές μου και πήγαμε μία βόλτα και εγώ σαν χαζός ξαναγύρισα.
Δεν είχατε καταλάβει τι γίνονταν;
Αφενός δεν είχα καταλάβει. Σκεπτόμουν όμως ότι είχα και δύο αδελφές ανύπαντρες και τους γονείς μου. Ο άλλος μου αδελφός κρύβονταν στην Αθήνα. Ένιωθα, ότι ήμουν ο προστάτης της οικογένειας και ότι εκεί που θα πηγαίναμε θα έπρεπε εγώ να δουλέψω για να τους βοηθήσω.
-Πού σας πήγαν;
Tην επομένη μας πήγαν στο Αγρίνιο και μείναμε εκεί μόνο μία ημέρα. Μετά μας πήγαν στην Πάτρα και από την Πάτρα μας πήραν με φορτηγά νομίζω ή με το τρένο, δεν θυμάμαι και
μας πήγαν στο Ρουφ.
-Στη διαδρομή τι κατάσταση επικρατούσε;
Γύρω στις 2 Απριλίου μας έβαλαν στα βαγόνια, 40-50 άτομα σε κάθε βαγόνι. Μικρά παιδιά, μωρά, εγκύους κλπ. Όπως καταλαβαίνετε επικρατούσε το αδιαχώρητο. Αλλά δεν έφτανε αυτό μας είχαν και ένα δοχείο για τις ανάγκες. Όπως καταλαβαίνετε γέροι, με τσιγάρα και με τα παιδιά γίνονταν ο χαμός. Σε διάφορους σταθμούς που φτάναμε κατεβαίναμε και αδειάζαμε αυτά τα...δοχεία. Νομίζω ότι μας δίνανε σε κάθε βαγόνι 2-3 φραντζόλες ψωμί. Εκεί στη μοιρασιά γίνονταν και παρεξηγήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που ήταν μέχρι τότε αγαπημένοι. Ήταν θέμα επιβίωσης πια.
-Πότε φτάσατε στο Άουσβιτς;
Αφού περάσαμε διάφορα μέρη Αυστρία, Ρουμανία κλπ φτάσαμε στο Άουσβιτς. Την ώρα που φτάσαμε δεν ξέραμε τίποτα. Μας είχαν πει ότι θα μας βάλουν σε στρατόπεδα να εργαζόμαστε για να ζήσουμε. Από τη στιγμή που φτάσαμε άρχισε και η απάνθρωπη συμπεριφορά των Γερμανών, χτυπούσαν τους μεγάλους, για να κατέβουν άρον άρον από τα βαγόνια. Έπειτα μας έβαλαν σε 4 σειρές. Σε δύο σειρές οι άντρες και σε άλλες δύο οι γυναίκες. Εκεί υπήρχε ένας Γερμανός γιατρός που λένε ότι ήταν ο Γιόζεφ Μένγκελε.Και έκανε αυτό το πράγμα αριστερά-δεξιά. Όσοι ήταν ικανοί προς εργασία τους έβαζαν στη μία σειρά όσοι δεν ήταν ικανοί τους άφηναν εκεί όπως ήταν.
Δυστυχώς το άσχημο με τις γυναίκες ήταν επειδή νόμιζαν ότι όσες είχαν μικρά παιδιά ή είναι μεγάλες σε ηλικία δεν θα δουλέψουν, αναγκάστηκαν για να μπορέσουν να αποφύγουν την εργασία να πάρουν είτε το παιδί της αδελφής τους είτε οποιοδήποτε άλλο στην αγκαλιά.
-Εσάς που σας κατέταξαν;
Εμένα με έβαλαν για εργασία όπως έκαναν και με τους υπόλοιπους νέους.
Όταν άρχισε η διαλογή και έφτασαν σε εμένα, εγώ ήμουν με τον πατέρα μου και μάλιστα επειδή ήξερα λίγα γερμανικά από την Άρτα που είχαμε τους Γερμανούς τους είπα “Ich kleine. Ich wolle zusammen papa (είμαι μικρός θέλω να είμαι με τον πατέρα μου). Ο Μένγκελε τότε μου απάντησε “weg, weg” (“δρόμο, δρόμο”) και με έσπρωξε στη σειρά προς εργασία.
Όσοι δεν ήταν ικανοί προς εργασία, κατά τη γνώμη τους, τους έβαζαν στα φορτηγά. Από εκείνη τη στιγμή δεν ξαναείδα τον πατέρα μου, ούτε τη μάνα μου, ούτε καμία από τις μεγάλες αδερφές μου, οι οποίες ήταν παντρεμένες και είχαν μικρά παιδιά.
Από εκείνη τη στιγμή είχα αρχίσει να υποψιάζομαι και να βλέπω τους Γερμανούς με τα σκυλιά και με όλα αυτά τα πράγματα ότι δεν θα ήταν κάτι καλό.
Πόσο μείνατε στο Άουσβιτς;
Στο Άουσβιτς έγινε η διαλογή η λεγόμενη “selection” και επειδή εκεί οι κρατούμενοι ήταν πάρα πολλοί μας πήραν και μας πήγαν στο Μπιργκενάου που απείχε από το Άουσβιτς μόλις 3 χιλιόμετρα.
Στη διαδρομή βλέπαμε κρατούμενους να δουλεύουν στα χωράφια και κουνούσαν τα κεφάλια τους σα να μας έλεγαν “πού ήλθατε”.
Τι συνέβη μόλις φτάσατε στο Μπιργκενάου;
Μας έβαλαν σε μία αίθουσα και μας είπαν να γδυθούμε. Εκεί περιμέναμε όλο το βράδυ γυμνοί. Ήταν Απρίλιος μήνας και όπως καταλαβαίνετε στην Πολωνία είχε πολύ κρύο ακόμη. Εκεί περιμέναμε να έρθουν για να δούμε τι θα μας έκαναν.
Την επόμενη ημέρα μας έπαιρναν με το ψηφίο του επιθέτου μας και μας έβαζαν τα νούμερα. Μας κούρεψαν και μας ξύρισαν. Μας βάλανε να κάνουμε μπάνιο και μετά βγαίνοντας μας έδωσαν από ένα σώβρακο, μία φανέλα και ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο.
Μετά άρχισαν να μας βάζουν στους θαλάμους που θα κοιμόμασταν. Εκεί μείναμε μια-δυο μέρες χωρίς να βγούμε. Αφού μας έβαλαν στο στρατόπεδο δεν μας έβγαλαν αμέσως για δουλειά. Καθίσαμε καμιά 15αρια μέρες, διότι είχε διαδοθεί ότι οι Εβραίοι από την Άρτα και από την Ήπειρο γενικά είχαν μία αρρώστια και φοβήθηκαν να μας βγάλουν αμέσως. Μας έβαλαν καραντίνα.
-Τι σας έδιναν να φάτε;
Το πρωί που ξυπνούσαμε μας έδιναν ένα ρόφημα, τσάι συνήθως. Οι πρώτοι έπαιρναν τσάι αλλά οι υπόλοιποι έπαιρναν νεράκι. Γιατί όπως καταλαβαίνετε μέχρι να περάσουν 200-300 άτομα. Το μεσημέρι μας έδιναν φαγητό και μία μερίδα ψωμί. Και το βράδυ το ίδιο πάλι. Αλλά φαγητό, μη φανταστείτε, νερόσουπες, καρότα, μπρόκολα, τέτοια πράγματα. Το κρέας δεν υπήρχε.
Μία μέρα όπως περπατούσαμε ένα απόγευμα με φωνάζει έναν Γερμανός από πάνω από τη σκοπιά. Οι σκοπιές ήταν σε ψηλά τρίποδα, σε πύργους. Με φωνάζει και μου πέταξε μία μερίδα ψωμί από πάνω. Πήγα εγώ με έναν ξάδερφό μου να πάρουμε το ψωμί, Εντωμεταξύ μας είδαν κάτι Γερμανοί και νόμιζαν ότι θέλαμε να δραπετεύσουμε, αν και δεν μπορούσαμε διότι ήταν ηλεκτροφόρα τα σύρματα γύρω γύρω, και μας κόψαν από 25 στον ποπό. Με μία βέργα μα χτύπησαν. Αφού να φανταστείτε εγώ για 15 ημέρες δεν μπορούσα να κοιμηθώ ανάσκελα. Πονούσαμε πάρα πολύ.
-Στο Μπιργκενάου τι δουλειά κάνατε;
Φτιάχναμε μεγάλα μπαλόνια αυτά που βάζουν στα λιμάνια, στην προκυμαία, για να μη χτυπάει το πλοίο. Ακόμα, πηγαίναμε σε εργοστάσια που έφερναν τα αεροπλάνα, όσα είχαν πέσει και βγάζαμε όλα τα υλικά τους. Έκανα πάρα πολλές δουλειές.
Από όλη σας την οικογένεια πόσοι επέζησαν;
Από την Ελλάδα φύγαμε οι 4 αδερφές μου και εγώ, ο πατέρας μου και η μάνα μου. Δεν μιλάμε ούτε για ανίψια, ούτε για τίποτε άλλο και γύρισα εγώ και η μία αδερφή μου. Γλίτωσε και ο αδερφός μου ο οποίος κρύβονταν εδώ στην Αθήνα.
Μάθατε τότε τι απέγιναν οι δικοί σας;
Στην αρχή δεν μάθαμε τι τους κάνανε. Νομίζαμε ότι κάποια στιγμή θα τους δούμε σε κάποιο στρατόπεδο. Μετά από λίγες μέρες, από στόμα σε στόμα μάθαμε ότι τους είχαν σκοτώσει.
-Με ποιον τρόπο τους σκότωσαν, μάθατε;
Τους βάζανε σε θαλάμους και μάλιστα από έξω προτού μπουν στον θάλαμο των αερίων είχαν και σαπούνι για να πλυθούν. Χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες με τα παιδιά. Τους έλεγαν ότι θα πήγαιναν να κάνουν μπάνιο. Άνοιγαν το ντουζ για να πλυθούνε και μετά από λίγο δύο Γερμανοί ανέβαιναν πάνω. Όπως ήταν η αίθουσα είχε ένα άνοιγμα επάνω στη στέγη. Άνοιγαν το άνοιγμα και έριχναν το ciclore B και μετά από δέκα λεπτά δεν υπήρχε κανείς.
Η αγωνία μου και η ερώτησή μου είναι πως πέθαναν αυτοί οι άνθρωποι. Με τι τραγικό τρόπο πέθαναν και μάλιστα από ότι μου έλεγαν τα ξαδέρφια μου που δούλευαν στο Sonder Commando. Οι Sonder Commando ήταν κρατούμενοι που πήγαιναν τους νεκρούς στα κρεματόρια, στους φούρνους. Και μου έλεγαν ότι επάνω πάνω ήταν οι πιο νέοι και τα μωρά παιδιά γιατί οι μάνες έσπρωχναν τα παιδιά τους επάνω μήπως μπορέσουν να αναπνεύσουν και ζήσουν. Καταλαβαίνετε για τι κόλαση μιλάμε. Δεν ξέρω όταν πεθάνω μήπως θα μπορέσω αυτά να τα δω, να μου πει κάποιος από αυτούς τους ανθρώπους τι αισθάνονταν εκείνη τη στιγμή. Είναι τραγικό.
Μόλις τελείωνε το αέριο, άνοιγαν τις πόρτες των θαλάμων αερίων τους και τους έδεναν με σκοινιά για να τους τραβήξουν, γιατί τα κρεματόρια ήταν στον επάνω όροφο. Στη συνέχεια του φόρτωναν σε καρότσια και τους πήγαιναν για να τους κάψουν στους φούρνους. Στους φούρνους έβαζαν 3-4 άτομα μεταξύ αυτών έβαζαν και μωρά, διότι έλεγαν ότι η καύση γίνονταν γρηγορότερα. Η διάρκεια της καύσης ήταν από 20 λεπτά μέχρι μισή ώρα. Το κάθε κρεματόριο έκαιγε γύρω στα 200 άτομα την κάθε βάρδια. Άλλη βάρδια η πρωινή και άλλη η απογευματινή. Στάχτη γίνονταν οι καμένοι.
Πριν τους βάλουν στους φούρνους υπήρχε ο οδοντίατρος ο οποίος έβγαζε τα χρυσά δόντια, τα δαχτυλίδια και όλα. Τους έκοβαν τα μαλλιά και έλεγαν ότι τα έστελναν στη Γερμανία για να τα κάνουν παπλώματα ή στρώματα ή ό,τι άλλο, αλλά περισσότερο τους απασχολούσαν τα χρυσαφικά.
- Μείνατε εκεί για πολύ καιρό;
Το Νοέμβριο έφυγα από εκεί και πήγα στο εσωτερικό της Γερμανίας. Μετά με έβαλαν σε ένα στρατόπεδο κρατουμένων στο Γουόλντορφ. Σε αυτό το στρατόπεδο δεν καταλάβαινα αν γνώριζαν οι υπόλοιποι ότι ήμασταν Εβραίοι.
-Δεν είχατε το νούμερο;
Το κρύβαμε. Εγώ το έκρυβα το νούμερο.
-Εκεί τι κάνατε;
Στο στρατόπεδο αυτό με έβαλαν το βράδυ και δούλευα στα καζάνια που έφτιαχναν τα φαγητά, τις σούπες κτλ. Καλή δουλειά, γιατί έμενε και κάτι. Αλλά δυστυχώς καμιά φορά η λαιμαργία δεν είναι καλό πράγμα. Με κυνήγαγε ένας Πολωνός κρατούμενος και δεν ξέρω το γιατί. Ένα βράδυ πήρα πατάτες και τις έβαλα στον κόρφο μου για να φάω την επομένη ημέρα. Με είδε αυτός, με κατέδωσε και με έβγαλαν από εκεί.
-Σας άλλαξαν στρατόπεδο;
Η τελευταία μου αποστολή ήταν στο Μπέργεν-Μπέλσεν. Άλλο στρατόπεδο θανάτου αυτό. Να φανταστείτε ότι εκεί τα κρεματόρια ήταν πολύ λίγα και δεν προλαβαίνανε. Εκεί δεν πεθαίναμε από τα ασφυξιογόνα, αλλά από αδυναμία και από εξάντληση και τα πτώματα ήταν σοροί. Και να φανταστείτε ότι από την πείνα και την εξαθλίωση που είχαμε, βάζαμε το κεφάλι μας πάνω στα πτώματα για να κοιμηθούμε. Δεν είχαμε δουλειά εκεί.
Εκεί ήταν στρατόπεδο θανάτου. Μας πήγαν για να μας τελειώσουν. Αυτό ήταν παραμονές της απελευθέρωσης.
Πώς γλιτώσατε;
Εμένα με πήραν από εκεί αλλά δεν θυμάμαι, είναι όλα συγκεχυμένα, γιατί πέρασαν και πολλά χρόνια. Μετά με έβαλαν σε ένα στρατόπεδο έξω από το Βερολίνο, αλλά δυστυχώς από την εξάντληση μας έπιασε δυσεντερία. Να φαντασθείτε όπως ήταν τα κρεβάτια σε τρία επίπεδα για να πεις ότι θα πας στην τουαλέτα, που δεν υπήρχε τουαλέτα, τα κάναμε πάνω μας και πηγαίναμε μετά στη φωτιά που ήταν εκεί να στεγνώσουμε. Εγώ ήμουν με έναν Ιταλό και επειδή μιλούσα λίγο τα Ιταλικά ένα βράδυ που κατέβηκα για να πάω στην τουαλέτα, γύρισα και τον βρήκα πεθαμένο. Εάν έμενα σε αυτό το στρατόπεδο μία μέρα ακόμη δεν θα μπορούσα να ζήσω από την εξάντληση και τη δυσεντερία.
Σε κάποια στιγμή βλέπουμε ότι αρχίζει το στρατόπεδο να αδειάζει. Οι Ρώσοι που ήταν πιο σωματώδεις βγήκαν έξω και άρχισαν να σκοτώνουν τους Γερμανούς και να καταστρέφουν. Έπειτα ήλθαν οι Άγγλοι οι οποίοι με ελευθέρωσαν.
Νοσοκόμοι, νοσοκόμες, γιατροί, αυτοκίνητα μας πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο και μας απολύμαναν, μας ξύρισαν και μας έβαλαν στα κρεβάτια. Όσοι είχαν ανάγκη τους έβαζαν και ορούς, σε εμένα δεν χρειάστηκε. Έμεινα περίπου εκεί ένα μήνα και έρχονταν ο Εγγλέζος ο γιατρός ο οποίος έκανε επιθεώρηση. Μας έδιναν ελάχιστο φαγητό και μια μέρα τον έπιασα κλαίγοντας και του είπα ότι οι Γερμανοί μας έδιναν περισσότερο φαγητό. Και αυτός μου έδωσε να καταλάβω ότι το στομάχι μας ήταν τόσο μικρό που αν μας έδιναν περισσότερο φαγητό μπορούσαμε και να πεθάνουμε. Ένα 20% από τα στρατόπεδα πέθαναν από τη λαιμαργία. Κάθισα ένα μήνα στο νοσοκομείο. Πολλή μεγάλη περιποίηση μας είχαν οι Άγγλοι.
-Πώς νιώθετε για αυτό όλο που ζήσατε;
Όταν δίνω συνεντεύξεις ή βλέπω κάποια ταινία μου “ανάβουν τα λαμπάκια”, αλλά δυστυχώς για να επιζήσει κανείς σήμερα πρέπει να προσπαθήσει να ξεχάσει ορισμένα πράγματα. Το μίσος υπάρχει, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο πόνος υπάρχει. Όταν βλέπω στην τηλεόραση που τους πάνε στα κρεματόρια και θυμάμαι τις φλόγες που ήταν ουρανομήκεις...
Θυμάμαι ότι όταν δεν έφταναν τα κρεματόρια τους σκότωναν και τους έβαζαν σε λάκκους. Μάλιστα πολλούς τους έβαζαν και ζωντανούς μέσα στους λάκκους.
-Ποια ήταν η σκηνή που σας έχει καρφωθεί στη μνήμη;
Ένα από τα πρωινά που βγαίναμε έξω γιατί δεν είχαμε πάντα δουλειά. Είδα της δύο αδερφές μου να περνούν. Από τις 4 αδερφές που είχα οι δύο ήταν παντρεμένες και οι δύο ελεύθερες. Τις είδα κουρεμένες και τις δύο με ριγέ στολές και περάσαν από έξω από το στρατόπεδο το δικό μας. Και μάλιστα το συγκινητικό, που όταν το θυμάμαι κλαίω συνέχεια, ήταν ότι από τις δύο μερίδες ψωμί που είχανε μου πέταξαν τη μία από τα σύρματα. Επειδή ήμουν ο τελευταίος της οικογένειας και ο πιο χαϊδεμένος. Όπως καταλαβαίνετε η θυσία που κάνανε αυτό δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Δεν το βλέπετε συγκινητικό και εσείς αυτό; Η μία αδερφή μου ζει ακόμη, η άλλη μου είπαν ότι έφτασε στο Βελιγράδι και εκεί αρρώστησε και πέθανε. Πήγα και στο Βελιγράδι αλλά δεν μπόρεσα να μάθω τίποτα.
-Τι σας έχει μείνει από όλο αυτό που ζήσατε;
Η πικρία μου έχει μείνει, το νούμερο μου έχει μείνει και το μίσος που υπάρχει. Οπωσδήποτε και ο χαμός των δικών μου ανθρώπων. Ενώ είχαμε μάθει ότι στη Θεσσαλονίκη έπιαναν τους Εβραίους, δεν λάβαμε τα μέτρα μας.
-Το νούμερο τι σημαίνει για εσάς αυτή τη στιγμή; Πώς νιώθετε;
Δεν φορούσα ποτέ κοντομάνικο πουκάμισο, διότι όταν έμπαινα στο τρένο ή στο λεωφορείο στην Αθήνα, και επειδή θα φαίνονταν, φορούσα πάντα μακριά πουκάμισα για να μη φαίνεται το νούμερο.
Δεν υπάρχει νοσταλγία για το νούμερο. Δεν είναι παράσημο. Θα προτιμούσα να μην υπήρχε ο διωγμός των Εβραίων. Το νούμερο αυτή τη στιγμή είναι για εμένα μία υπενθύμιση για το Ολοκαύτωμα που έγινε και το οποίο ακόμα και σήμερα ορισμένοι δεν το αναγνωρίζουν.
-Πώς βλέπετε τον φασισμό που ανεβαίνει στην Ελλάδα;
Με φοβίζει και πολύ φοβάμαι ότι θα ανέβει πάρα πολύ και δεν ξέρω μήπως εμείς οι Εβραίοι παρότι Έλληνες μήπως έχουμε κάποιο πρόβλημα με τη Χρυσή Αυγή. Δεν νομίζω ότι θα ανέβει ποτέ , αλλά
μήπως μας πουν μία μέρα μαζέψτε τα και φύγετε. Δεν νομίζω ότι μπορεί να συμβεί ποτέ αυτό το πράγμα λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης. Eίναι δυστύχημα για την Ελλάδα. Φοβάμαι μήπως γίνει και πραξικόπημα από τις δυνάμεις τις στρατιωτικές. Στην αστυνομία είναι πάρα πολλοί που είναι Χρυσαυγίτες.
Η Χρυσή Αυγή ανεβαίνει γιατί όλοι οι Έλληνες είμαστε αγράμματοι και αστοιχείωτοι. Όλοι οι νέοι και αυτοί βλέπετε ότι έχουν και λόγω των γεγονότων και λόγω της οικονομικής κατάστασης.
Ευτυχώς που υπάρχει και το Ισραήλ. Αν υπήρχε το Ισραήλ και προπολεμικά οπωσδήποτε πολλοί θα είχαν μετακομίσει.
-Ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής, Νίκος Μιχαλολιάκος, στην εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη είχε πει ότι δεν πιστεύει ότι υπήρχαν φούρνοι. Τι απαντάτε εσείς σε αυτό;
Μα είναι σκέτοι Ναζί αυτοί τι να πω; Δεν βλέπετε πώς συμπεριφέρονται σε όλο τον κόσμο; Σκέτοι Ναζί. Εκείνο το εγέρθητω πως σας φάνηκε; Και όταν ο χαιρετισμός είναι ναζιστικός τι περισσότερο;
Αυτοί δεν λένε ότι δεν είναι Ναζί.
-Αυτοί υποστηρίζουν ότι είναι Έλληνες Εθνικιστές.
Οι Έλληνες Εθνικιστές δεν συμπεριφέρονται κατά αυτό τον τρόπο.
-Τι έχετε να πείτε σήμερα στους νέους;
Να είναι σωστοί, τίμιοι, να μην θέλουν να καταχραστούν το οτιδήποτε και να μην επιβουλεύονται τη ζωή των άλλων.
-Μέσα στην ατυχία σας νιώθετε τυχερός που γλιτώσατε;
Δεν ξέρω. Δεν ξέρω. Αγαπάω τη ζωή μου ακόμη. Την ζωή μου την αγαπάω.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΑΡΧΕΙΟ
(Οκτώβριος 2012)