Ζωή Κολυδά, διασωθείσα ναυαγίου Σάμινα. Τζανής Πολυκανδιώτης, διασωθείς σεισμού Αττικής.
Δύο άνθρωποι που ξεγέλασαν το θάνατο. Σήμερα ζουν και εργάζονται ανάμεσα μας. Σεμνά και διακριτικά.Ωστόσο οι μνήμες δεν μπορούν να σβήσουν. Δέχτηκαν να τις μοιραστούν μαζί μας.
- ΝΑΥΑΓΙΟ ΣΑΜΙΝΑ: 26 Σεπτεμβρίου 2000
Το οχηματαγωγό Εξπρές Σάμινα σαλπάρει από τον Πειραιά για Πάρο, Νάξο, Ικαρία, Σάμο, Πάτμο με τελικό προορισμό τους Λειψούς. Στο πλοίο επιβαίνουν 533 άτομα, 472 επιβάτες και 61 άτομα πλήρωμα. Όλοι πρωταγωνιστές σε μια από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες. Λίγο μετά τις δέκα το πλοίο ετοιμάζεται για κατάπλου στο λιμάνι της Παροικιάς. Οι διαδικασίες προσέγγισης ξεκινούν μα κανείς δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι το πλοίο κατευθύνεται στις νησίδες Πόρτες Πάρου. Τα βράχια γίνονται αντιληπτά είκοσι με τριάντα μέτρα πριν και ήταν σύγκρουση αναπόφευκτη.

Η Ζωή Κολυδα επέζησε. Μα θυμάται ακόμα. Το καράβι να βουλιάζει, τον εαυτό της να βουτά, φωνές, μικρά παιδιά να ζητούν βοήθεια. Έμεινε με τον αδερφό της, πιασμένη από μια σανίδα μέχρι τις 3 το ξημέρωμα. Διεσώθη λίγο αργότερα. Ήταν μια τραγική ημέρα για εμένα” θα μας πει. “Μία ημέρα που μου έχει σημαδέψει για πάντα τη ζωή μου. Είδα ανθρώπους να πνίγονται και άφησα εκεί τη μισή μου ζωή. Μισή ζωή αφημένη στη θάλασσα και την άλλη μισή ακόμη να την κουβαλάω. Πριν ένιωθα ότι ήμουν δυνατή, μπορούσα να αντεπεξέλθω στα πάντα. Ψυχολογικά δεν φοβόμουν, δεν τρόμαζα. Ήμουν μία γυναίκα φυσιολογική. Ένα άτομο φυσιολογικό”.
Εκεί που όλα έδειχναν ότι το τέλος βρίσκονταν πολύ κοντά, κατάφερε και επέζησε. “Εγώ ήμουν από τις τυχερές, γιατί σώθηκα. Επειδή πιστεύω στην Παναγία την Καλαμιώτισσα που έχουμε στο νησί μας στην Ανάφη και αμέσως την παρακάλεσα την ώρα του ναυαγίου και ένιωσα κοντά μου το άρωμά της. Με το που έγινε αυτό το πράγμα και είδα ότι όντως κινδυνεύουμε είπα “Παναγία μου, Καλαμιώτισσά μου βοήθησέ μας να σωθούμε” Και όταν έφτασα πλέον να μην μπορώ να πατήσω και ήμουν κρεμασμένη σε κάτι κάγκελα μαζί με την κουμπάρα μου και να μην πατάνε ούτε οι μύτες των ποδιών μας, γιατί το πλοίο είχε γείρει και βυθίζονταν, ένιωσα ένα άρωμα που με ζάλισε. Μετά συνειδητοποίησα ότι ήταν η Παναγία δίπλα μου και μας προστάτευε. Αυτές οι σκηνές δεν θα φύγουν από τα μάτια μου, δεν θα φύγουν από την ψυχή μου, αλλά η ζωή συνεχίζεται...
” Την ρωτάμε πόσο άλλαξε η οπτική της απέναντι στην ίδια τη ζωή μετά από αυτό. Και η απάντηση της αφοπλιστική. ” H συμπεριφορά μου απέναντι στους ανθρώπους δεν άλλαξε. Πάντα ήμουν και είμαι πάρα πολύ ευαίσθητη. Συμπονώ τον καθένα. Μόλις ακούσω κάτι που να σχετίζεται με θάλασσα όμως, λυγίζω .” Με φωνή που δηλώνει τη υπέρμετρη απογοήτευσή της σε ό,τι αφορά τη στάση της πολιτείας μας είπε “ Όσο για την πολιτεία; Όχι δεν είχαμε καμία στήριξη. Τίποτα. Δεν μας ενημέρωσε ένας άνθρωπος. Δεν ήλθε να μας πλησιάσει ένας άνθρωπος. Ήταν σα να μην είχε γίνει ποτέ. Μας έχουν ξεχάσει αυτοί που το προκάλεσαν. Μόνο κάποιοι δημοσιογράφοι μας θυμούνται που και που και αυτό είναι καλό. Μπορεί να βγάζω μία στεναχώρια, αλλά μέσα μου κάτι μου φεύγει. Ξαλαφρώνω”.
Η ιστορία του ναυαγίου έκλεισε και τυπικά στις 27 Φεβρουαρίου 2006. Οι ποινές επιβλήθηκαν, οι μνήμες όμως καλά κρατούν.
- ΣΕΙΣΜΟΣ ΠΑΡΝΗΘΑΣ: 07 Σεπτέμβρη 1999
Ο σεισμός των 5,9 βαθμών προκαλεί πανικό στους κατοίκους της Αττικής. Ο δεκάχρονος τότε Τζανής Πολυκανδριώτης παγιδεύεται στα ερείπια του σπιτιού. Απεγκλωβίζεται ζωντανός μαζί και οι δύο αδερφές του. Ο πατέρας του όμως δεν τα κατάφερε. Ο σεισμός βλέπετε τον είχε βρει μόνο του στην κουζίνα με τον πατέρα και τις δύο αδερφές του να βλέπουν τηλεόραση στο δωμάτιο των γονιών του. Την ώρα που κατέρρεε το σπίτι, το βλέμμα του Τζανή καρφώνεται στον πατέρα του. Παλαίμαχος πυγμάχος, επιχείρησε να αγκαλιάσει τα παιδιά του για να μην τα πλακώσουν τα ντουβάρια. Ο μπαμπάς τους σώζει. Ο τοίχος όμως πέφτει σε εκείνον. Το καλοριφέρ πλακώνει τις πατούσες του Τζανη. Οι φέτες του σώματος κάνουν ζημιά στα πέλματα του.

“Τα θυμάμαι όλα από τότε” μας ομολογεί. “Δεν έχω ξεχάσει κάτι και ούτε θέλω να ξεχάσω. Δεν γίνεται να το ξεχάσω. Πριν το πάθω ήμουν ένα παιδί που γενικά έπεφτα κάτω, δεν ήμουν κλαψιάρης. Δεν είχα πάει ποτέ σε νοσοκομείο. Απλά είδα τι είναι και αυτή η κατάσταση. Πολύ χειρότερη από ότι την φαντάζεστε καθώς έχασα και τον πατέρα μου. Από εκεί που ήμουν όρθιος, βρέθηκα ξαπλωμένος στο σκοτάδι. Εκείνη την ώρα σκεφτόμουν ότι όλο αυτό θα ήθελα να ήταν ένας εφιάλτης. Αυτό ήθελα να πιστέψω εκείνη τη στιγμή που έγινε. Σκούντα με να ξυπνήσω έλεγα στα αδέρφια μου που έτυχε να είμαστε κοντά κάτω από τα ερείπια. Δεν πίστευα ότι θα πεθάνω ούτε λεπτό και ας ήμουν καταπλακωμένος. Ήμουν θαρραλέο παιδί. Δεν μεγάλωσα στα πούπουλα.”
Ο δεκάχρονος Τζανής ταλαιπωρήθηκε επί χρόνια στα νοσοκομεία, έχασε μέχρι και το κάτω τμήμα του δεξιού ποδιού του, λόγω γάγγραινας. Οι μέρες των γιορτών που μας πέρασαν, τον συγκινούν. “ Συνδέω αυτό που πέρασα με τον Γολγοθά του Χριστού. Νομίζω βέβαια ότι κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του Γολγοθά και είναι σεβαστός. Δεν μπορώ να πω ότι εγώ, επειδή είμαι με ένα πόδι και ο διπλανός μου επειδή έχει πόδια, αλλά δεν έχει δουλειά δεν θα πρέπει να κλαίγεται. Ο καθένας έχει τον δικό του Γολγοθά. Ο ένας σε πιο μεγάλο υψόμετρο ο άλλος σε πιο χαμηλό. Τα προβλήματα του καθενός είναι σεβαστά. Σίγουρα όλο αυτό που έζησα με βοήθησε να ωριμάσω, αλλά όπως είπα και πριν από τα δέκα μου ήμουν ένα παιδί που έκοβε το μυαλό μου".
” Η Ζωή, ο Τζανής, κοιτούν πια μόνο μπροστά. Μακριά από εγκλωβισμούς, συντρίμμια και πνιγμούς. Μόνο που πια κοιτούν μπροστά αλλιώτικα...
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΡΧΕΙΟΥ
(Μάιος 2013)