Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη, ούτε αντικειμενική, κρύβει και αποτυπώνει σοβαρές κοινωνικές διαιρέσεις και ιεραρχίες. Η πιο σημαντική από τις αδικίες αυτές είναι η έμφυλη διάσταση του λόγου που σημαίνει ότι η γλώσσα κυρίως η ελληνική, αλλά και άλλες οι οποίες έχουν γένη, παρουσιάζει ως ισχυρό και κυρίαρχο το αρσενικό γένος και συνήθως καθιστά αόρατες τις γυναίκες ειδικότερα όταν αναφέρονται σε σχέσεις και θέσεις εξουσίας.
Εξαιτίας της πολύ ενδιαφέρουσας σχετικής βιβλιογραφίας τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, απευθυνθήκαμε στην επίκουρη καθηγήτρια του πανεπιστημίου Αιγαίου, Μαρία Γκασούκα προκειμένου να μας απαντήσει στο γιατί για πολλές γυναίκες ακαδημαϊκούς το να χρησιμοποιούνται στο λόγο και τα δύο γένη (θυληκό-αρσενικό) αποτελεί πολιτικό ζήτημα και όχι μία φεμινιστική εμμονή.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι αναφέρονται στον άνθρωπο όταν μιλούν και όχι σε κάποιο συγκεκριμένο γένος.
Αυτό δεν ισχύει καθώς άνθρωπος είναι ανδρός όψη. Όταν λέμε ότι ήλθε γιατρός έχουμε στο μυαλό μας την εικόνα ενός άνδρα.
Γιατί θεωρείται το θέμα της γλώσσας ότι αποτελεί ένα βαθύτατα πολιτικό ζήτημα;
Για πολλές από εμάς και στην Ελλάδα, το να γίνει ορατό το θηλυκό γένος στη γλώσσα είναι θέμα βαθιά πολιτικό και συνδέεται με το κυρίαρχο αίτημά μας που είναι η εξάλειψη όλων των διακρίσεων κατά των γυναικών.
Όπως μας λέει και η πολιτιστική εικονολογία “μία λέξη ίσον χίλιες εικόνες”.
Κάθε λέξη λοιπόν που επιβεβαιώνει την κυριαρχία των ανδρών στο λόγο, στην εξουσία, στην ουσία επιβεβαιώνει την υποτέλεια των γυναικών και καθιστά τον μισό πληθυσμό της γης νόμιμο να εκπροσωπεί το σύνολο του πληθυσμού της γης, δηλαδή τους άνδρες να εκπροσωπούν τις γυναίκες.
Το δυσάρεστο είναι ότι ακόμα και εκεί που η γλώσσα επιτρέπει να είναι ορατό το φύλο, όταν πρόκειται για θέσεις εξουσίας, καταστρατηγείται και αυτή ακόμα η ανδροκεντρική θεματική. Για παράδειγμα είμαστε πολύ πρόθυμοι να πούμε ο χορευτής, η χορεύτρια αλλά δε δεχόμαστε σε καμία περίπτωση να πούμε ο βουλευτής, η βουλεύτρια, το οποίο επιτάσσει η γλώσσα.
Το να γίνει ορατό το φύλο είναι πρώτα πρώτα θέμα δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο που και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στείλει σύσταση για το θέμα αυτό.
Μπορεί να υπάρξει ισότητα στα δύο φύλα αν δεν αλλάξει ο τρόπος χρήσης της γλώσσας;
Για εμένα δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά η ισότητα ανάμεσα στα κοινωνικά φύλα στην κοινωνία εάν δεν γίνει ορατό το θηλυκό γένος στη γλώσσα, εάν οι άνθρωποι δεν μάθουν να λειτουργούν, να εκφράζονται, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των γυναικών να είναι ορατές. Δεν υπάρχει πιο αντιδημοκρατικό, πιο βάρβαρο πράγμα από το να εξαφανίζεται παραπάνω από το μισό πληθυσμό της γης.
Με ποιο τρόπο η γλώσσα επιβεβαιώνει τις κοινωνικές ανισότητες;
Για παράδειγμα όταν ένας ανδρικός χαρακτηρισμός αποδίδεται στις γυναίκες, διατηρεί όλη του την αξία. Όταν δηλαδή πούμε μία γυναίκα φοράει παντελόνια, είναι γενναία, είναι ανδρεία, φέρθηκε σαν παλικάρι, όλα αυτά της προσδίδουν αξία. Όταν όμως χρησιμοποιήσουμε ένα θηλυκό χαρακτηριστικό προς τους άνδρες τότε αυτό αποτελεί απαξία π.χ. κλαίει σαν γυναίκα, οι άνδρες δεν κλαίνε, αυτά είναι γυναικουλίστικα.
Πριν από λίγα μόλις χρόνια αν απέδιδες σε έναν άνδρα ένα γυναικείο χαρακτηριστικό αυτός μπορούσε να σε μηνύσει για εξύβριση, ενώ στη γυναίκα δεν ίσχυε το αντίστοιχο.
Υπάρχουν λέξεις που δεν αφορούν και τα δύο φύλα. Τη λέξη νυμφομανής την αποδίδουμε στη γυναίκα που δε διστάζει να διεκδικήσει το δικαίωμά της στην ηδονή με μία τρομερά αρνητική φόρτιση, ενώ ο άνδρας είναι ο κυνηγός, ο σπουδαίος, αυτός που εκπληρώνει το ρόλο. Το ίδιο ισχύει και για τη λέξη πουτάνα για την οποία δεν υπάρχει η αντίστοιχη λέξη για τους άνδρες.
Έτσι λοιπόν η γλώσσα είναι φορέας των διακρίσεων κατά των γυναικών.
Πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η ανισότητα στη γλώσσα;
Οι χώροι από τους οποίους πρέπει να αλλάξει η γλώσσα είναι δύο.
Ο χώρος της παιδείας όπου πρέπει οι εκπαιδευτικοί να ευαισθητοποιηθούν. Είναι θέμα βαθύτατα ουμανιστικό και πολιτικό το να χρησιμοποιούν και τα δύο γένη να μιλούν με αυτό τον τρόπο.
Το δεύτερο είναι ο λόγος της διοίκησης. Η ελληνική διοίκηση έχει μία τρομερά ανδροκρατική και απόλυτα σεξιστική γλώσσα π.χ. ο διευθυντής, ο προϊστάμενος, ο υπουργός είναι όλα “ο”.
Όλη η γλώσσα της διοίκησης είναι ανατριχιαστικά ανδροκεντρική και εξαφανίζει εντελώς τις γυναίκες. Θα πρέπει να πάψουμε να περιφρονούμε αυτό το αίτημα. Είναι περίεργο ότι ακόμα και ορισμένες γυναίκες οι οποίες έχουν συνείδηση του φύλου και ασχολούνται με αυτό, δεν το θεωρούν σημαντικό.
Ο λόγος που εκφράζεται αποτελεί θεσμισμένο, καναλιζαρισμένο τρόπο σκέψης και αυτό είναι τρομακτικό, άρα ο λόγος δημιουργεί συγκεκριμένες αναπαραστάσεις και αυτές οι αναπαραστάσεις επιβάλλονται να αλλάξουν όσο το δυνατό πιο σύντομα.
Έχουν γίνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο;
Έχει σταλεί σύσταση προς την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να συμβεί αυτό το πράγμα εδώ και αρκετά χρόνια και κανείς βέβαια δεν την έχει λάβει σοβαρά υπόψη. Ωστόσο, είναι ένα θέμα στο οποίο θα πρέπει να επανερχόμαστε συνεχώς και να το τονίζουμε. Σε αυτό το ζήτημα έχει πολλά να προσφέρει η φεμινιστική παιδαγωγική και η μη σεξιστική αγωγή στα σχολεία.
Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφερθώ και στην καλή πρακτική της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία στην πρόσφατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση εισήγαγε την οπτική του φύλου σε όλα τα αναλυτικά προγράμματα της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με πρωτεύον μέλημα την ένταξη των γυναικών στη γλώσσα, γεγονός που αποτέλεσε πανευρωπαϊκή καινοτομία.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΡΧΕΙΟΥ
(Ιούνιος 2012)